Τετάρτη, 11 Μαρτίου 2015

Οι δύο αγρότες

Μια φορά και έναν καιρό, σε ένα μικρό χωριό, ήταν δύο αγρότες.

Ο ένας ήταν πολύ έξυπνος, με τον καιρό είχε αγοράσει πολλά κτήματα, περηφανευόταν συνέχεια για τα πολλά διπλώματά του, τα υπερσύγχρονα μηχανήματα και τις καινοτόμες μεθόδους γεωργικής καλλιέργειας που χρησιμοποιούσε. Είχε πολλούς ανθρώπους στη δούλεψή του και πολλοί ζούσαν από τα λεφτά που τους έδινε, όποτε πήγαινε όμως κάποιος να του ζητήσει αύξηση ή να του κάνει κάποιο παράπονο ή να ζητήσει βοήθεια για κάτι, είχε πάντα έτοιμη την απάντηση, τόσα λεφτά σας δίνω, δεν σας αρκούν, τι άλλο θέλετε από μένα, που θα βρείτε να σας πληρώνουν καλύτερα; Από τα προϊόντα του δεν χάριζε ποτέ τίποτα σε κανένα, ούτε ακόμα και σε αυτούς που δούλευαν τόσες ώρες στα χωράφια του. Αφού σας πληρώνω έλεγε, μπορείτε να τα πληρώσετε. 3-4 φορές το χρόνο μόνο διοργάνωνε πάρτι και κερνούσε στο τεράστιο σπίτι του, για να επιδείξει τα νέα σπάνια έπιπλα που αγόρασε ή να καυχηθεί για κάποια νέα πρωτοποριακή μέθοδο γεωργικής καλλιέργειας που ανακάλυψε. Εντωμεταξύ είχε μαζέψει ένα τεράστιο κομπόδεμα, για ασφάλεια έλεγε, για μία δύσκολη ώρα ή για όταν γεράσω και δεν μπορώ να δουλέψω πια. Δεν θα παντρευτείς τον ρώταγαν, να κάνεις κανένα παιδάκι; Γιατί να το κάνω έλεγε; Τόσα παιδιά τρέφω άλλωστε και με τόσα λεφτά, όποια γυναίκα θέλω μπορώ να την έχω.

Ο άλλος δεν ήταν και τόσο έξυπνος. Οι γνώσεις που είχε ήταν ό,τι του έμαθαν οι γονείς του που είχαν μάθει από τους παππούδες του και από ένα χρόνο που πήγε σε μία σχολή. Το κτήμα του δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλο, το δούλευε μόνος του με τη γυναίκα του και τα τρία του παιδιά. Που και που τον βοηθούσαν και 2-3 καλοί φίλοι. Η παραγωγή πάντως έφτανε για να ζει αυτός και η οικογένειά του αλλά και να δίνει στους φίλους του και σε άλλους χωρικούς σε αντάλλαγμα για άλλα αγαθά ή υπηρεσίες. Τα λίγα που έμεναν τα πουλούσε. Περνούσε αρκετές από τις ελεύθερες ώρες του στο καφενείο του χωριού και βοηθώντας όπως μπορούσε όποιον είχε ανάγκη, είτε συναισθηματικά είτε πρακτικά. Γιατί δεν παίρνεις κανένα καινούργιο εργαλείο του έλεγαν, σκούριασαν πια αυτά. Μπορεί να είναι σκουριασμένα έλεγε αλλά τη δουλειά τους την κάνουν, αλί σε αυτά που γυαλίζουν μα προκοπή δεν έχουν! Και κανέναν άνθρωπο ακόμα γιατί δεν παίρνεις στη δούλεψή σου, να αγοράσεις και το διπλανό κτήμα; Δόξα τω Θεώ έχω ό,τι χρειάζομαι και από υλικά και από ανθρώπους. Και δεν θέλεις να βάλεις κομπόδεμα στην άκρη; Δε φοβάσαι μην έρθει καμία συμφορά τι θα γίνεις εσύ και η οικογένειά σου; Κι αν έρθει συμφορά, ο Θεός θα δώσει και δεν θα ακουμπήσει αποκρινόταν, δε θα αφήσει έτσι ούτε εμένα ούτε την οικογένειά μου.

Έτσι κυλούσε ο καιρός και θα χρόνια, ώσπου ήρθε πράγματι η συμφορά. Τρομερή θεομηνία χτύπησε το χωριό, τα χωράφια όλα πλημμύρισαν, οι σοδειές όλες καταστράφηκαν ολοσχερώς και θα χρειαζόντουσαν πολλοί μήνες για να υπάρξει ξανά παραγωγή. Οι δύο αγρότες μας ήταν σε δύσκολη θέση. Όλοι οι χωρικοί όμως σκέφτηκαν το δεύτερο αγρότη και την οικογένειά του. Τους είχε συμπαρασταθεί τόσες φορές όταν αυτοί είχαν πρόβλημα, δεν μπορούσαν να τον αφήσουν έτσι, άλλωστε δεν είχε και κομπόδεμα. Για όσο καιρό δεν μπορούσε λοιπόν, τον βοηθούσαν όλοι, η βοήθεια που έλαβε ήταν τόση που περίσσευε κιόλας και ανταπέδιδε όπου μπορούσε. Πράγματι, η συμφορά δεν τον ακούμπησε. Τι έγινε με τον άλλο όμως αγρότη όμως; Μα είχε κομπόδεμα και τόσους ανθρώπους να δουλεύουν για αυτόν, θα τα έβγαλε πέρα και αυτός. Έλα όμως που οι καινοτόμες μέθοδοι ήταν άχρηστες μπροστά στην πλημμύρα ενώ όλοι αυτοί που δούλευαν για αυτόν δεν είχαν άλλο εισόδημα και έτσι ήρθαν σε δεινή θέση και αυτοί. Σύντομα πεινούσαν και απαίτησαν από τον πρώην εργοδότη τους να τους αποζημιώσει, δεν έχω τους έλεγε, αυτοί όμως εξαγριωμένοι λεηλάτησαν το σπίτι του και το κομπόδεμα έκανε γρήγορα φτερά. Έτσι λοιπόν, ήταν πια σε απελπιστική κατάσταση και λίγοι χωρικοί τον σπλαχνίστηκαν, πώς να βοηθήσεις κάποιον που είχε τόσο υπεροπτική συμπεριφορά;

Μία μέρα λοιπόν, κουρελής και αδυνατισμένος από την πείνα πια, συνάντησε τον άλλο αγρότη, που το χωράφι του είχε αρχίσει πλέον να επανέρχεται σε κανονικούς ρυθμούς. Από ότι φαίνεται του λέει, ο Θεός σου είναι πιο δυνατός από τις νέες τεχνολογίες. Δε βαριέσαι απαντάει αυτός, όπως βολεύεται ο καθένας. Ο μεγάλος μου γιος θέλει να πάει στην Αθήνα να σπουδάσει και εγώ γέρασα πια, δεν έχω τις αντοχές που είχα, δεν θα έλεγα όχι σε ένα ζευγάρι χέρια ακόμα, αν θέλεις έλα και το φαγητό θα φτάνει και για εσένα. Τι λες; Εγώ να δουλεύω για σένα; Μα είσαι τα καλά σου; Εγώ.. εγώ.. Ούρλιαξε εξοργισμένος ο άλλος, μα μετά κοντοστάθηκε και τελικά συνετίστηκε, δέχτηκε την πρόταση και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα.

Το διδακτικό αυτό παραμύθι είναι δικής μου έμπνευσης που στριφογύριζε καιρό στο μυαλό μου και σκέφτηκα να την καταγράψω και να την αφιερώσω ειδικά σε όσους μου συμπαραστάθηκαν στην προηγούμενη ανάρτηση.

Blogs..