![]() |
| Πηγή: http://xwrisanaisthitiko.blogspot.gr/2011/02/blog-post_4242.html |
Σε εκείνη τη γωνιά της Καστέλλας* όμως, είχε βρει το μάστορή του. Πότε το μελτέμι**, πότε ο μπάτης*** του Σαρωνικού, χόρευαν στο δικό τους ρυθμό, μακριά από καύσωνες και λίβες****.
Και εκείνη την ημέρα δε, είχε φρεσκάρει***** για τα καλά ο μπάτης***, λίγο ακόμα και θα ήθελες μακρυμάνικο. "Από Αύγουστο Χειμώνα", μονολόγησε ο κυρ Θανάσης, "σα να είχαν δίκιο οι παλιοί".
40 χρόνια τώρα σε αυτό το γραφικό καφενεδάκι, στην άκρη του λόφου. Άλλα όνειρα είχε, να σπουδάσει, μα η ζωή, ως συνήθως, κάνει τα δικά της. Δεν είχε προλάβει να τελειώσει καλά καλά το λύκειο, όταν χτύπησε το ρημάδι το τηλέφωνο, τρέμοντας το σήκωσε η μάνα του, είχε ένα κακό προαίσθημα από το πρωί. Ο πατέρας του προδόθηκε από την καρδιά του ενώ δούλευε. Ένα καφέ σέρβιρε, όταν σωριάστηκε ξαφνικά, οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου είπαν. Άρον άρον πήγε στρατό, μειωμένη θητεία ως μοναχογιός, κάποιοι θείοι βοηθούσαν στο καφέ και όταν απολύθηκε, πριν καλά καλά κλείσει τα 20, έγινε το αφεντικό.
Κόντευε τα 60 πια, ώρες ώρες αναρωτιόταν μήπως άφησε τη ζωή να του νεκρώσει τα όνειρα. Μήπως έπρεπε να τους είχε δώσει μία ευκαιρία ακόμα; Και πώς θα ζούσαν αυτός και η μάνα του; Άλλο εισόδημα δεν είχαν. Γαλήνευε όμως αναλογιζόμενος τα ταξίδια που έζησε μέσα σε αυτό το μικρό καφενεδάκι.
Ναι, ναι, ταξίδια και ας ήταν ένας χώρος 50 τετραγωνικών. Ταξίδια ψυχών. Ήταν αμέτρητες οι ψυχές που πέρασαν από τα 50 αυτά τετραγωνικά. Όλες ίδιες, ανθρώπινες, μα και διαφορετικές. Η κάθε μία είχε τη δική της ιστορία να διηγηθεί, άλλη θλιβερή, άλλη χαρούμενη, άλλη ήρεμη και άλλη φουρτουνιασμένη. Όχι, σίγουρα τον αποζημίωσε ο Θεός με αυτά τα ταξίδια, δίκαιος καρπός των ανεκπλήρωτων ονείρων.
Δεν είχαν όλα τα ταξίδια τα ίδια να σου πουν. Κάποια ήταν μία διαδρομή μέσω από έναν καλοφτιαγμένο, ήρεμο δρόμο, με ελάχιστες στροφές και ένα όμορφο λιβάδι τριγύρω με κάποια λίγα βράχια διάσπαρτα. Αυτοί ήταν οι συνηθισμένοι άνθρωποι, η πλειοψηφία, που έχει βρει τον τρόπο να τα βγάζει πέρα και ας σκόνταφτε που και που σε καμιά πετρούλα το αυτοκίνητο. Τι να πάρει κανείς από ένα τέτοιο ταξίδι; Υπήρχαν και κάποιοι άλλοι δίχως το παραμικρό πετραδάκι στο δρόμο τους, με μία όαση τριγύρω, γεμάτη παραδείσια πουλιά και θεσπέσιες μελωδίες. Αυτοί ήταν οι τυχεροί και πιο σπάνιοι. Αυτοί που έχουν φτάσει πιο κοντά από όλους σε Εκείνον, που 10 λεπτά μαζί τους αρκούσαν για να νιώσεις μία αγαλλίαση και τυχερός που αξιώθηκες να τους συναντήσεις. Μα τα πιο πολλά σου τα έλεγαν άλλοι, αυτοί που αντί για δρόμο είχαν κακοτράχαλα μονοπάτια μέσα από αδυσώπητη ζούγκλα, ανήλιαγα, γεμάτα βούρκο, τρομακτικούς βάλτους, αγρίμια, θεόρατες κοτρόνες, θλίψη, δάκρυα, αυτοί που οι πολλοί τους λένε τρελούς, αμαρτωλούς, διαταραγμένους, ιδιόρρυθμους και πάει λέγοντας. Πίσω από την κόλαση όμως, καταλάβαινες ότι υπήρχε μία ψυχή αυτοκαταδικασμένη, που δεν δέχτηκε ποτέ αγάπη, δεν έγινε ποτέ αποδεκτή για αυτό που είναι και σε μία απέλπιδα προσπάθεια να τραβήξει την προσοχή, να ανήκει κάπου, μαχαιρώνει την καρδιά της ή τις καρδιές άλλων. Σε αυτούς στεκόταν περισσότερο ο κυρ Θανάσης. Είχε καταλάβει ότι αυτοί είχαν ανάγκη την περισσότερη αγάπη, κάποιον να τους πει ότι είναι εκεί για αυτούς, να τους μιλήσει με κατανόηση και τρυφερότητα. Άλλωστε και ο ίδιος ο Χριστός έλεγε ότι ήρθε για τους αμαρτωλούς σε αυτή τη γη.
Αυτά ήταν τα ταξίδια του. Τέσσερις δεκαετίες τώρα έκανε πολλά, αυτό όμως δεν το είχε ματαδεί. Αυτός ο νέος, γύρω στα 30 θα ήταν, που ερχόταν εδώ και μία εβδομάδα, ήταν κάτι ξένο, κάποιο κομμάτι του παζλ που έλειπε ίσως; Το πιο σπάνιο; Ή μήπως αυτό που σου έχει παραπέσει κάπου, έχεις φάει τον κόσμο στο δωμάτιο και το κενό μένει εκεί να σου τριβελίζει το κεφάλι; Κάθε μέρα γύρω στις 5 το απόγευμα η ίδια ιστορία. Ζήταγε ένα κονιάκ, καθόταν αμίλητος σε μία γωνία και αγνάντευε με τις ώρες τη θάλασσα, που και που έφερνε το ποτήρι στο στόμα, αναστέναζε, κατέβαζε μία γουλιά αργά αργά και πάλι από την αρχή. Κάποιες φορές έφτανε μέχρι αργά το βράδυ, οπότε και άφηνε τα λεφτά, αναστέναζε ξανά και χανόταν αμίλητος.
Δεν γίνεται, σήμερα θα του μιλήσω, σκέφτηκε ο κυρ Θάνος, ανοίγοντας το τζουκ μποκ. Παμπάλαιο και σαραβαλιασμένο ήταν, του άρεσε όμως αυτή η εσάνς 60s, παλιού ελληνικού κινηματογράφου, πόσες φορές δεν είχε κρατήσει από την είσπραξη για να πάει στο σινεμά, πόσες ώρες δεν είχε αφιερώσει στη συντροφιά του Αυλωνίτη, Χατζηχρήστου, Φωτόπουλου, Παπαγιανόπουλου και τόσων άλλων, που λίγο πολύ έχουν μπει στα σπίτια όλων, με τραγούδια σαν αυτό που μόλις ξεκινούσε να παίζει:
Και ήταν από τα αγαπημένα του αυτό. Όχι ότι ήταν μισογύνης, κάθε άλλο. Αγάπησε και τον αγάπησαν πολλές γυναίκες στη ζωή του. Ευτύχισε να παντρευτεί, να έχει 30 χρόνια ευτυχισμένου γάμου και 2 παιδιά. Δεν μπορούσε να ζητήσει κάτι άλλο. Είναι όμως αυτή η αλήθεια που περνάει, που όλοι κατά βάθος την ξέρουμε, λίγοι την παραδέχονται όμως, άλλος θεωρείται το ισχυρό φύλο και άλλος τελικά προκαλεί τις εξελίξεις με μία απόφαση, θες και ότι αναφέρει την περιοχή που έχει περάσει τόσα χρόνια της ζωής του, πάντα του γεννούσε έντονα συναισθήματα.
Σέρβιρε ένα ουζάκι στον εαυτό του και κατευθύνθηκε προς το μέρος του. Κάθισε στην απέναντι άδεια καρέκλα. Αυτός γύρισε λίγο το κεφάλι προς το μέρος του, χαμογέλασε αμήχανα, σα να μην ήξερε πως να αντιδράσει στην παρουσία του.
- Συμπάθα με αγόρι μου, ξέρω ότι δεν μου πέφτει λόγος, αλλά να, μία εβδομάδα τώρα σε βλέπω έτσι, ματώνει η καρδιά μου..
- Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον, μα δε νομίζω ότι μπορείτε να βοηθήσετε..
- Βλέπω ότι έχεις μεγάλο καημό, και μόνο να τον πεις κάπου θα είναι μεγάλο ξαλάφρωμα, πίστεψέ με.
- Να τον πω με ένα ανέκδοτο;
- Ανέκδοτο;
- Ναι. Κάποτε λέει παρουσιάστηκε ο Θεός σε κάποιον και του λέει, επειδή ήσουν πάντα καλός χριστιανός, θα σου πραγματοποιήσω μία επιθυμία, ό,τι θέλεις. Το σκέφτεται αυτός και λέει, θέλω μία γέφυρα από την Αθήνα μέχρι το χωριό μου στη Νάξο. Το σκέφτεται λίγο ο Θεός και του λέει, κοίτα, όπως καταλαβαίνεις αυτό είναι ένα πολύ δύσκολο έργο, θέλει πολλά υλικά, αν επιμένεις να στο κάνω, είσαι σίγουρος όμως πως δεν υπάρχει κάτι άλλο που θα ήθελες; Χμ, να καταλάβω τις γυναίκες! Τότε ο Θεός του λέει, εε ναι, και η γέφυρα που λέγαμε θέλεις να έχει μία ή δύο λωρίδες; Καταλάβατε;
- Αχ, κατάλαβα. Αυτή τη φουρτούνα όλοι την έχουμε περάσει. Μα κάποτε έρχεται και η μπουνάτσα******.
- Σας ευχαριστώ.. δεν ξέρω και το όνομά σας..
- Θανάσης, οι περισσότεροι με ξέρουν ως κυρ Θανάση. Εσύ;
- Γιώργος, χάρηκα.
- Και εγώ χάρηκα, επέτρεψέ μου όμως, επειδή με φωνάζουν για παραγγελία θα σε αφήσω, το επόμενο τραγούδι του τζουκ μποξ όμως είναι για σένα!
Αχ τι τραβάμε στην αναζήτηση αυτού του κομματιού που λείπει. Μα μήπως εκεί είναι το λάθος τελικά, στην αναζήτηση; Άραγε, αυτή που κρατάει τελικά το κομμάτι, μήπως περιμένει να τα παρατήσουμε για να μας το δώσει; Είπαμε, αυτές παίρνουν τις αποφάσεις..
Αλλά πάλι, σίγουρος δεν είμαι και ας είμαι παντρεμένος. Εδώ και ο Θεός ο ίδιος τα βρίσκει μπαστούνια!
Αυτά σκεφτόταν ο κυρ Θανάσης, Κόντευε 11, το καφέ είχε αδειάσει, ο αέρας είχε κοπάσει πια. Το σπίτι μου με περιμένει μονολόγησε, κλειδώνοντας την τζαμένια πόρτα, αύριο πάλι, νέα μέρα, καινούργιο παζλ..
*Καστέλλα: Περιοχή και λόφος του Πειραιά. Το καφέ της ιστορίας δεν είναι υπαρκτό.
**Μελτέμι: Αλλιώς ετησίες, άνεμος βορείων διευθύνσεων που πνέει στο Αιγαίο τα καλοκαίρια και δροσίζει τις γύρω περιοχές.
***Μπάτης: Η θαλάσσια αύρα. Άνεμος που πνέει από τη θάλασσα προς την ξηρά, κυρίως το καλοκαίρι και την άνοιξη, δροσίζοντας τις παράκτιες περιοχές.
****Λίβας: Καυτός ΝΔ άνεμος που πνέει κυρίως την Άνοιξη στις περιοχές ανατολικά της Πίνδου, καίγοντας τα σπαρτά.
*****Φρεσκάρει: Ενισχύεται, δυναμώνει.
******Μπουνάτσα: Η εντελώς ήρεμη-λεία θάλασσα.
Αυτή είναι η συμμετοχή μου στο νέο γύρο ιστοριών του καφενέ που εμπνεύστηκε η Μαρία, στην οργάνωση βοηθάει και η Αριστέα..
Καλή εβδομάδα σε όλους!






