Ξεκινάω με μία ανακοίνωση για το
διαγωνισμό εμπειρίας/ανάμνησης. Έληξε η περίοδος συμμετοχών και όπως είχα
προαναγγείλει δεν θα γίνει ψηφοφορία. Θα ήθελα εδώ να ευχαριστήσω θερμά όλους όσους συμμετείχαν. Έχετε από μένα ένα αναμνηστικό, δεν είναι κάτι το τόσο φοβερό ή εντυπωσιακό, είναι συμβολικό όμως, αφού το έφτιαξα από τμήμα μίας φωτογραφίας μου, οπότε αν θέλετε μπορείτε να το βάλετε στο blog σας:
Ταυτόχρονα όμως έληξε και το
παίζοντας με τις λέξεις (2ος κύκλος, παιχνίδι 3) στο οποίο είχα πάρει μέρος. Θα ήθελα από εδώ να συγχαρώ όλους τους συμμετέχοντες, τους νικητές, καθώς και να ευχαριστήσω τη
Φλώρα την οργάνωση και τη φιλοξενία. Η συμμετοχή μου βέβαια πάτωσε, οκ δεν είχα πολλές προσδοκίες από την αρχή διότι ξέρω ότι το γράψιμο δεν είναι το φόρτε μου, η συμμετοχή μετράει, όταν όμως βγαίνεις τελευταίος με διαφορά, ε, δεν μπορείς να το αγνοήσεις, οπότε μάλλον πρέπει να αφήσω το γράψιμο και να πιάσω τη μηχανή! Τυπικά και μόνο δημοσιεύω το κείμενό μου εδώ, με τίτλο <<Τα πρώτα άντα>> και βέβαια θα βάλω το αναμνηστικό της συμμετοχής δεξιά στο blog μου. Οι κόκκινες λέξεις ήταν μέρος του παιχνιδιού.
Καλή συνέχεια σε όλους!
Ο καιρός εδώ και αρκετές εβδομάδες θύμιζε
περισσότερο καλοκαίρι παρά άνοιξη. Το φως είχε πάρει το μέγιστο προβάδισμα στην
αιώνια μάχη με το σκοτάδι, που κάθε έξι μήνες βρίσκει άλλον μπροστά μα ποτέ
νικητή. Ο περισσότερος κόσμος πλέον στο πίσω
μέρος του μυαλού του είχε τη θάλασσα, τις διακοπές και το πότε θα πάρει την
άδειά του. Στο σχολείο απέναντι έβλεπες παιδιά και γονείς να τριγυρνούν με
ελέγχους στα χέρια. Ναι, κάθε χρόνο, στα γενέθλιά
του, που ήταν σήμερα, μαζί με τα υπόλοιπα δώρα, έπαιρνε και το κλείσιμο των
σχολείων, μια φορά μάλιστα είχε τύχει να γράφει την επίμαχη ημερομηνία πάνω
στον έλεγχο του. Αυτά τα γενέθλια όμως ήταν διαφορετικά. Βλέπεις είχαν περάσει
αρκετά χρόνια από τότε που περίμενε με αγωνία να δει τι βαθμούς πήρε στο
τρίμηνο. Τώρα, έπρεπε να αποχαιρετίσει το δύο μπροστά από την ηλικία του και να
υποδεχτεί το τρία, τα πρώτα άντα που λένε.
Θυμήθηκε τις δύο προηγούμενες φορές που είχε
αλλάξει δεκαετία στη ζωή του. Όταν έκλεινε τα δέκα βέβαια ούτε λόγος για
σκέψεις περί του χρόνου που περνούσε, πόσο μάλιστα που είχε συνδυαστεί με το
πρώτο του ταξίδι με αεροπλάνο στο εξωτερικό. Στα είκοσι πάλι, απολάμβανε την
ενηλικίωση και τα φοιτητικά χρόνια που ήταν ακόμα μπροστά. Τώρα όμως τα είχε
αφήσει πίσω του, όπως και τον ένα χρόνο στο στρατό, που όσο και αν μας
κακοφαίνεται εμάς των αντρών, τελικά είναι σαν μία μικρή παράταση των
φοιτητικών χρόνων. Αναλογιζόταν το τι έκανε μέχρι τώρα στη ζωή του. Πάντα είχε
την αμέριστη στήριξη από την οικογένειά του. Η μάνα του του είχε μεγάλη αδυναμία, θα έκανε τα πάντα για να τον βοηθήσει στη
ζωή του, μάλλον όμως τον παραχάιδευε κάποιες φορές, δεν τον άφηνε να πάρει
πρωτοβουλίες, ένιωθε ότι δεν είχε καταφέρει να ανοίξει εντελώς τα φτερά του,
ότι δεν είχε καταφέρει να βρει τη συνταγή για να
νιώσει πετυχημένος στη ζωή του και ας ήταν πλέον ένας πτυχιούχος τριαντάρης.
Ξαφνικά είδε έντρομος το ρολόι στον τοίχο απέναντί του. Παρασύρθηκε από τις
σκέψεις και η ώρα πέρασε. Είχε να πάει σε γάμο. Ειρωνεία ε; Αυτή την
συγκεκριμένη μέρα να τον έχουν καλέσει σε γάμο! Δεν είχε καμία όρεξη να πάει,
ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα κοινωνικός ή λάτρης των χορών και των πανηγυριών στα
γενέθλιά του, πόσο μάλλον σήμερα, που θα του θύμιζε ότι στα τριάντα του αυτός
δεν είχε ούτε σχέση. Έλα όμως που ήταν μίας καλής φίλης που της είχε αδυναμία. Ετοιμάστηκε βιαστικά να φύγει, ούτε ήξερε αν
ο κόμπος της γραβάτας έστρωσε σωστά, απλά έτρεχε να προλάβει, για μία ακόμη
φορά αντίπαλος με το χρόνο..